Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαράμ [Επίρρημα, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. χαράμ' , 2. χαράμ (το) Προφορά: χαράμ
  1. ανάξια, άδικα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Χαράμ' ψωμίν τρώει. (ανάξια, άδικα)
    2) Χαράμ' να έν' για τ' εσέν'. (να μην το χαρείς, να μην το απολαύσεις)

    Προέλευση:
    τουρκική

  2. πράγμα που άδικα παίρνει ή κατέχει κάποιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη haram = το απαγορευμένο, το αθέμιτο

Παρατηρήσεις - Σχόλια