Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αρχοντιακός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αρχοντα̤κός Προφορά: αρχοντεακός
  1. 1) ο ανήκων στον πλούσιο 2) αυτός που αρμόζει στον πλούσιο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια