Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αρτούτσ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αρτούτσ̌' , 2. αρτούτσ' Προφορά: αρτούτς
  1. το δέντρο κέδρος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. κέδρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από τη λέξη άρκευθος

Παρατηρήσεις - Σχόλια