Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αρτουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αρτουρεύω Προφορά: αρτουρεύω
  1. αυξάνω, περισσεύω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. περισσεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Την Κερεκήν που δουλεύ’ την Δευτέραν ’κ’ αρτουρεύ’.

  3. περισσεύω Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια