Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαστραπά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαστραπά Προφορά: μαστραπά
  1. χαλκοματένιο σκεύος για να προσφέρουν νερό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Αφέντη μ’, ’κ’ έχω μαστραπάν, ’κ’ έχω αργυροκαύκιν.
    2) Εχτύπεσεν τη μαστραπάν κ’ εγνέφιξεν ο δράκον.

  2. χάλκινο ποτήρι νερού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Πληθυντικός αριθμός :
    τα μαστραπάδες

  3. τσίγγινο ποτήρι νερού Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια