μαστραπά (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μαστραπά
Προφορά: μαστραπά
-
χαλκοματένιο σκεύος για να προσφέρουν νερό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
χάλκινο ποτήρι νερού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
τσίγγινο ποτήρι νερού
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης