Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φουτίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φουτίζω Προφορά: φουτίζω
  1. κλάνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. 1) Αφήνω υπόκωφη πορδή. 2) Βδέω (κλάνω, πέρδομαι). Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια