Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαστουκίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μαστουκίζω Προφορά: μαστουκίζω
  1. κάνω πως μασώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Π. Υψηλάντη

    Παράδειγμα:
    Ερχίνεσαν να μαστουκίζ’νε τα χͮείλια τουν.

  2. 1) μασώ ανόρεχτα με θόρυβο των χειλιών 2) γλείφω τα χείλη τρώγοντας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια