Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αραμαδόπον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αραμαδόπον Προφορά: αραμαδόπον
  1. Πηγή:

    Ερμηνεία:
    μικρή σχισμή τοίχου ή σανίδων

    Προέλευση:
    από το χαραμάδα

Παρατηρήσεις - Σχόλια