Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη aramak
Παραδείγματα: 1) Π’ αραεύ’ για κερδίζ’ για χάν’. 2) Ά πάγω σήν ξενιτείαν αραεύω την τύχη μ’.
Ενεστώτας: αραεύω Παρατατικός: εράευα Μέλλοντας: θα αραεύω Αόριστος: εράεψα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.