Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

άρ [Σύνδεσμος, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. άρ' , 2. άρ (το) Προφορά: άρ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Τα άρα̤ ούλα̤ επούλτσα και τα ναμούσα̤ εδώκα. (άρα)
    2) Άρ μέν’ς κι επεκεί πάς. (έτσι λοιπόν)
    3) Άρ κανείται. (λοιπόν)
    4) Άρ άξον ντό θα λέγω σε. (λοιπόν)
    5) Απαντά στη φράση "από το αρ (άρτι)"
    6) Από το άρ ουδέ να μαθάνω. (από τώρα εγώ έμαθα)

    Προέλευση:
    τουρκική

  2. 1) ε (άρ) 2) φιλότιμο, ντροπή (άρ (το)) τέλος πάντων (άρ) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια