Ερμηνεία: το πρώτο αυγό της κότας που συνήθως είναι και μικρότερο
Προέλευση: από το ρήμα απωβάζω (από - ωβόν = αβγό), το πρόσφυμα -αζ και την κατάληξη -ω
Παράδειγμα: Άμον απωβάσμ’ έν’ το χάταλον ατ’ς.
Ενικός: απωβάσμιν / απωβάσμ' Πληθυντικός: απωβάσμα̤