Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

απωβάσμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: απωβάσμ' Προφορά: απωβάσμ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    το πρώτο αυγό της κότας που συνήθως είναι και μικρότερο

    Προέλευση:
    από το ρήμα απωβάζω (από - ωβόν = αβγό), το πρόσφυμα -αζ και την κατάληξη -ω

    Παράδειγμα:
    Άμον απωβάσμ’ έν’ το χάταλον ατ’ς.

  2. το τελευταίο αυγό που γεννά η κότα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια