Ερμηνεία: εκείνος που δεν πολυσκοτίζεται για τη ζωή
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Απτάλτς 'σού έν’ θα ζει πολλά χρόνα̤.
Αρσενικό: Ενικός: απτάλτς Πληθυντικός: απτάλοι / απτάλ'
Θηλυκό: Ενικός: απτάλαινα Πληθυντικός: απτάλοι / απτάλ'
Ουδέτερο: Ενικός: απτάλικον / απτάλ'κον Πληθυντικός: απτάλικα / απτάλ'κα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.