Ερμηνεία: αυτός που δεν είναι προκομμένος
Παράδειγμα: ’Κ’ είδα κορίτσ’ απρόκοφτον και νύφεν προκομμέντζαν.
Αρσενικό: Ενικός: απρόκοφτος Πληθυντικός: απρόκοφτοι
Θηλυκό: Ενικός: απρόκοφτος / απρόκοφτέσα Πληθυντικός: απρόκοφτοι
Ουδέτερο: Ενικός: απρόκοφτον Πληθυντικός: απρόκοφτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.