Παραδείγματα: 1) Την νύχταν πάει σον μάστοραν την νύχταν μαστορεύει. 2) Μάστορα, μαστόρεψον, σ̌κύλ κοβόρα̤ σέρεψον. (σατιρικό)
Μέση Φωνή: μαστορεύκουμαι= επιχειρώ κάτι σαν να είμαι ειδικός μάστορας
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.