μαστορείον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μαστορείον
Προφορά: μαστορείον
-
εργαστήρι (του μάστορα), σιδηρουργείο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
σιδηρουργείο
1. εργαστήριο χειρωνακτικής εργασίας ιδίως σιδηρουργείο
2. τα σύνεργα της τέχνης
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης