Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαράζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χαράζω Προφορά: χαράζω
  1. χαράττω κάνω χαραματιά, λεπτή γραμμή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Το πετροκόντυλον εχάραξεν την πλάκαν. (χαράττω)
    2) Θα πάμε χαράζουμε τα τα̤μά̤λα̤. (βάλλω τα σημάδια των θεμελίων)
    3) Εσύ ντ' εχάραξες, εγώ εγροίξα 'το. (λέω μερικές συλλαβές από μια λέξη ή μερικές λέξεις από ένα νόημα)
    4) Εχάραξαν τα κουνία. (μερικοί, ενώ ακόμα τα παιδιά τους ήσαν νήπια ή μικρά, έδιναν αμοιβαία υπόσχεση να τα παντρέψουν όταν θα μεγαλώσουν και σαν αρραβώνα έκαναν με μαχαίρι χαραγματιά επάνω στην καμάρα της κούνιας.)

  2. χαράζω, τεμαχίζω 1) κάνω χαραγή σε κάτι 2) διανοίγω κάτι ώστε να σχηματιστεί είδος χαραγής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα χαράσσω = κάνω εγκοπή

Παρατηρήσεις - Σχόλια