Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χαράζ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. χαράζ' , 2. χαρά̤ζ Προφορά: χαράζ
  1. πάθος, εκδίκηση πόθος εκδίκησης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Χαράζ' είχα 'τον και οντάν εύρα φουρσά̤τ επεξέγκα ντ' εποίκε με.

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    χαραζλανεύκουμαι (ποθώ να εκδικηθώ)

Παρατηρήσεις - Σχόλια