1) πίσσα του ελάτου που χρησιμοποιόταν αντί της μαστίχας της Χίου
2) μαστίχα της Χίου
3) ρακί μαστιχάτοΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Εδέκεν ατον τη μαστίκαν ατ’. (τον απάντησαν (ή τον έκαμαν) όπως του ταίριαζε)