Ερμηνεία: βαστώ τα δύο πόδια και τραβώ τόσο, ώστε να εξαρθρωθούν τα πόδια, εξαρθρώνω
Ιδίωμα: Σαντάς
Παράδειγμα: Εκράτ’σεν ας σά δύο ποδάρα̤, έσυρεν κι επετσουχάλτσεν ατον.
Ενεστώτας: αποτσουχαλίζω Παρατατικός: επετσουχάλιζα Μέλλοντας: θα αποτσουχαλίζω Αόριστος: επετσουχάλισα / επετσουχάλ'σα / επετσουχάλτσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.