Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αποτσουχαλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποτσουχαλίζω Προφορά: αποτσουχαλίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    βαστώ τα δύο πόδια και τραβώ τόσο, ώστε να εξαρθρωθούν τα πόδια, εξαρθρώνω

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Εκράτ’σεν ας σά δύο ποδάρα̤, έσυρεν κι επετσουχάλτσεν ατον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια