Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Οντάν είδεν τα λίρας επετσιχάλτσεν τ’ ομμάτα̤ τ’. (ανοίγω πολύ) 2) ’Κ’ επετσιχάλτσεν την κάταν. (δεν έδειξε στην αρχή αυστηρότητα)
Ιδίωμα: Ματσούκας
Ενεστώτας: αποτσιχαλίζω Παρατατικός: επετσιχάλιζα Μέλλοντας: θα αποτσιχαλίζω Αόριστος: επετσιχάλισα / επετσιχάλ'σα / επετσιχάλτσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.