Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αποτσιχαλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποτσιχαλίζω Προφορά: αποτσιχαλίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Οντάν είδεν τα λίρας επετσιχάλτσεν τ’ ομμάτα̤ τ’. (ανοίγω πολύ)
    2) ’Κ’ επετσιχάλτσεν την κάταν. (δεν έδειξε στην αρχή αυστηρότητα)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

Παρατηρήσεις - Σχόλια