Ερμηνεία: το μαδημένο από το μάσημα και λερωμένο χόρτο, απομεινάρι
Παράδειγμα: Με τ’ αποτσ̌α̤φλούκια τη μουσκαρί' θέλ’ να πα̤σλα̤εύ’ το χτήνον.
Ενικός: αποτσ̌αφλούκιν / αποτσ̌αφλούκ' Πληθυντικός: αποτσ̌αφλούκια / αποτσ̌αφλούκα̤ / αποτσ̌αφλούχα