Ερμηνεία: που γίνεται με το τρίψιμο
Παράδειγμα: Τ’ αποτριφτόν το ψωμίν γίνεται νόστιμον.
Αρσενικό: Ενικός: αποτριφτός Πληθυντικός: αποτριφτά
Θηλυκό: Ενικός: αποτριφτός, αποτρεφτέσα Πληθυντικός: αποτριφτοί
Ουδέτερο: Ενικός: αποτριφτόν Πληθυντικός: αποτριφτά
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους. Μπορεί να θεωρηθεί και ουσιαστικοποιημένο επίθετο, που λόγω σημασιολογίας είναι κυρίως εύχρηστο στο ουδέτερο γένος.