Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποβρωτίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αποβρωτίζω , 2. αποβροτίζω Προφορά: αποβρωτίζω
  1. βρίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. 1) περιλούω τινά με ύβρεις 2) τον ξεχέζω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    παράγωγο του αρχαίου βρωτός
    < Ερινός αχρείος ων είς βρώσιν - δεν τρώγεται το αγριόσυκο, Πλάτωνος Πολιτεία 619>

    Χρόνοι:
    παρατατικός επεβρώτιζα
    μέλλοντας θα αποβρωτίζω
    αόριστος επεβρώ'τσα

    Προστακτική:
    αποβρώ'τσον

    Παράδειγμα:
    Πώς θ' αποβρωτίζω σε ατώρα- ήρθε η ώρα να σε κάνω να μην τρώγεσαι.

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    ο αποβρωτός = ο μη εσθιόμενος, ο βρώμικος, ο ακάθαρτος

  3. μολύνω, ρυπαίνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  4. ρυπαίνω, λερώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    συνθετικά από την πρόθεση από και την αρχαία λέξη βροτόομαι (βρότος) = κηλιδώνομαι με αίμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια