Προέλευση:
παράγωγο του αρχαίου βρωτός
< Ερινός αχρείος ων είς βρώσιν - δεν τρώγεται το αγριόσυκο, Πλάτωνος Πολιτεία 619>
Χρόνοι:
παρατατικός επεβρώτιζα
μέλλοντας θα αποβρωτίζω
αόριστος επεβρώ'τσα
Προστακτική:
αποβρώ'τσον
Παράδειγμα:
Πώς θ' αποβρωτίζω σε ατώρα- ήρθε η ώρα να σε κάνω να μην τρώγεσαι.
Ομμόριζο - Παράγωγο:
ο αποβρωτός = ο μη εσθιόμενος, ο βρώμικος, ο ακάθαρτος
Προέλευση:
συνθετικά από την πρόθεση από και την αρχαία λέξη βροτόομαι (βρότος) = κηλιδώνομαι με αίμα