Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποσυνάγωγος (ο) [Επίθετο, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αποσυνάγωγος Προφορά: αποσυνάγωγος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    μη δεκτός στην συναγωγή, στην ομαδική λατρεία του Θεού

    Ιδίωμα:
    Τσίτης

Παρατηρήσεις - Σχόλια