Ερμηνεία: κάμνω τον άλλον να αποστέκ’, να κουρασθεί
Παράδειγμα: Κάθαν θεού ημέραν φέρ'νε πέντε, δέκα κιφάλα̤ σο βούδ’ και επέστεσαν ατο.
Ενεστώτας: αποστένω Παρατατικός: επέστενα Μέλλοντας: θα αποστένω Αόριστος: επέστεσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.