Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποσονλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποσ̌ονλα̤εύω Προφορά: αποσονλαεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κάμνω έρημο, ακατοίκητο

    Προέλευση:
    συνθετικά από την πρόθεση από και σ̌ονλα̤εύω

    Παράδειγμα:
    Κερασουνού τα στάματα σ̌ονλα̤εύνε και αποσ̌ονλα̤εύνε.

    Παράγωγο:
    αποσ̌ονλα̤εμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια