Ερμηνεία: κάμνω έρημο, ακατοίκητο
Προέλευση: συνθετικά από την πρόθεση από και σ̌ονλα̤εύω
Παράδειγμα: Κερασουνού τα στάματα σ̌ονλα̤εύνε και αποσ̌ονλα̤εύνε.
Παράγωγο: αποσ̌ονλα̤εμαν
Ενεστώτας: αποσ̌ονλα̤εύω Παρατατικός: επεσ̌ονλά̤ευα Μέλλοντας: θα αποσ̌ονλα̤εύω Αόριστος: επεσ̌ονλά̤εψα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.