Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία: 1) Αποσ̌κέπασον το χαλκόν, να μη εβγαίν’ κά το γάλαν. (αφαιρώ το σκέπασμα) 2) αφαιρώ το πέπλο (καμαρωτέρ’) της νύφης
Ενεστώτας: αποσ̌κεπάζω Παρατατικός: επεσ̌κέπαζα Μέλλοντας: θα αποσ̌κεπάζω Αόριστος: επεσ̌κέπαξα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.