Ερμηνεία: διαλέγω αποσκάλ’, αρχίζω δουλειά
Προέλευση: Ίσως παρεφθαρμένος τύπος του ρήματος απασχολούμαι
βλ. λήμμα αποσκάλ
Ενεστώτας: αποσκαλούμαι Παρατατικός: επεσκαλούμ'νε Μέλλοντας: θα αποσκαλούμαι Αόριστος: επεσκαλώθα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.