Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Καθάρτσον τη ζου τ’ οπίσ’ ασ’ απορρέπα̤. (η ιξώδης ύλη του οργασμού ή τοκετού και κάθε παρόμοιο που αποβάλλεται)
2) Το χάταλον ατουν άμον απορρέπ’. (μικρό και αδύνατο)