Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Μασούρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. Μασούρα , 2. μασούρα Προφορά: Μασούρα
  1. μασούρα 1) χωριό Μούζαινας με 40 οικογένειες 2) καρπός και φυτό άγριας τριανταφυλλιάς 3) καρποί αγριοτριανταφυλλιάς ζυμωμένοι και πλασμένοι σε δίσκους και που ξεραίνονταν στον ήλιο, ήταν φάρμακο για τις ζοχάδες (μαγιασίρ) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τα μασούρας όνταν τρως, τσαφίεται ο κώλο σ’. (καρπός και φυτό άγριας τριανταφυλλιάς)

  2. άγριο δεντρύλλιο που παράγει καρπό φαγώσιμο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. καρπός της αγριοτριανταφυλλιάς Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια