Ερμηνεία: απλώνω το χέρι μου πολύ για να χτυπήσω δυνατά
Προέλευση: από την πρόθεση από και το ρήμα ανοίγομαι
Παράδειγμα: Επενοίγα κ’ εδέκα ’τον έναν σιλά̤ν.
Ενεστώτας: απονοίουμαι Παρατατικός: επονοίουμ'νε / επενοίουμ'νε Μέλλοντας: θα απονοίουμαι Αόριστος: επονοίγα / επονοία / επενοίγα / επενοία
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.