Προέλευση: απολώ από το απολύω
Παράδειγμα: Μακρύν σ̌κοινίν μή δί’ τ’ α̤τεν, σα ξύλα μ’ απολύτ’ α̤τεν.
Ενεστώτας: απολύγω Παρατατικός: επέλυγα Μέλλοντας: θα απολύγω Αόριστος: επέλυσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.