Ερμηνεία: καταντώ σε έσχατη φτώχεια
Παράδειγμα: Επεκατάντησεν και σ’ έναν βελόν.
Ενεστώτας: αποκαταντώ Παρατατικός: επεκατάντεινα Μέλλοντας: θα αποκαταντώ Αόριστος: επεκατάντησα / επεκατάντεσα / επεκατέντησα / επεκατέντεσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.