Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποκαγιανάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποκαγιανά̤ζω Προφορά: αποκαγιανεάζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    χαλνώ την καγιάναν, τον σωρό των ξύλων

    Παράδειγμα:
    Αποκαγιάνισον τα ξύλα να φέρομ’ ατα απέσ’.

    Παράγωγο:
    αποκαγιανίαγμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια