Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αποθαμενίτικος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αποθαμενίτικος Προφορά: αποθαμενίτικος
  1. νεκρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Ένας γιατρός εγόρασεν έναν αποθαμενίτικον κιφάλι.

Παρατηρήσεις - Σχόλια