απογλύσμ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: απογλύσμ'
Προφορά: απογλύσμ
-
1) το μικρό κομματάκι σαπουνιού που μένει μετά τη χρήση ή τσ̌ορτανιού μετά την παρασκευή τανί'
2) παιδί μικρότερο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)