Προέλευση: τουρκική, από την πρόθεση από και το τουρκική λέξη γαϊμλαεύω
Ενεστώτας: απογαϊμλαεύω Παρατατικός: επεγαϊμλάευα Μέλλοντας: θα απογαϊμλαεύω Αόριστος: επεγαϊμλάεψα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.