Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

απλοχόρταρον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: απλοχόρταρον Προφορά: απλοχόρταρον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    το χορτο που απλωνόταν στο έδαφος

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

Παρατηρήσεις - Σχόλια