Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τυφεκλής [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: τυφεκλής Προφορά: τυφεκλής
  1. ο τυφεκιοφόρος, ο οπλισμένος. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Καταλήξεις:
    -ης, -ησα, -ην

Παρατηρήσεις - Σχόλια