Προέλευση: από το στερητικό α και το πετσ̌α̤ρεύω.
Παράδειγμα: Σου έσ' απετσ̌ά̤ρευτος έκαψες το χͮέρι σ’
Αρσενικό: Ενικός: απετσ̌ά̤ρευτος Πληθυντικός: απετσ̌ά̤ρευτοι
Θηλυκό: Ενικός: απετσ̌ά̤ρευτεσα Πληθυντικός: απετσ̌ά̤ρευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: απετσ̌ά̤ρευτον Πληθυντικός: απετσ̌ά̤ρευτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.