Προέλευση: πρόθεση από και ουσιαστικό εντροπή
Παράδειγμα: Η κόρ’ οντάν απεντροπά̤ζ’ και το ποτάμ’ οντάν θυμών’.
Ενεστώτας: απεντροπά̤ζω Παρατατικός: επεντροπίαζα Μέλλοντας: θα απεντροπά̤ζω Αόριστος: επεντροπίασα / επεντρόπισα / επεντρόπ'σα