Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

απατσής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: απατσ̌ής Προφορά: απατσής
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ράφτης εγχώριων ενδυμασιών

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    1) Εσέγκεν ατον σ’ έναν απατσ̌ήν σουμά.
    2) ’Κί παίρω γώ απατσ̌ήν, αγαπά την καλατσ̌ήν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια