Ερμηνεία: φαγί που δεν επιτρέπεται κατά την νηστεία, όχι νηστίσιμο
Προέλευση: από το απάσκα
Αρσενικό: Ενικός: απάσκανος Πληθυντικός: απάσκανοι
Θηλυκό: Ενικός: απάσκανος Πληθυντικός: απάσκανοι
Ουδέτερο: Ενικός: απάσκανον Πληθυντικός: απάσκανα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο κυρίως στο ουδέτερο γένος, λόγω σημασιολογίας.