Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μασαλά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. μασαλά , 2. μα̤σα̤λά̤ Προφορά: μασαλά
  1. ζήτημα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) φυτωναρό κηπάριο σε μέρος προφυλαγμένο από τον Βορρά, όπου έσπερναν λαχανόσπορο, για να βάλουν φυτά (Ιδίωμα: Σαντάς)
    2) δαδιά που άναβαν (οι ψαράδες και άλλοι) για να φωτίζονται (Ιδίωμα: Τραπεζούντας)
    3) όργανα μέσα στα οποία άναβαν τα δαδιά (Ιδίωμα: Σουρμένων)
    4) δοχείο με στάχτη την οποία έβρεχαν με πετρέλαιο (Ιδίωμα: Παλλαδάντων)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς (μα̤σα̤λά̤)

    Προέλευση:
    τουρκική (μα̤σα̤λά̤)

    Παράδειγμα:
    Σ’ έναν μα̤σα̤λά̤ απάν’ επιάσταν. (ζήτημα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια