Επιπλέον Ερμηνείες:
1) φυτωναρό κηπάριο σε μέρος προφυλαγμένο από τον Βορρά, όπου έσπερναν λαχανόσπορο, για να βάλουν φυτά (Ιδίωμα: Σαντάς)
2) δαδιά που άναβαν (οι ψαράδες και άλλοι) για να φωτίζονται (Ιδίωμα: Τραπεζούντας)
3) όργανα μέσα στα οποία άναβαν τα δαδιά (Ιδίωμα: Σουρμένων)
4) δοχείο με στάχτη την οποία έβρεχαν με πετρέλαιο (Ιδίωμα: Παλλαδάντων)
Ιδίωμα:
Σαντάς (μα̤σα̤λά̤)
Προέλευση:
τουρκική (μα̤σα̤λά̤)
Παράδειγμα:
Σ’ έναν μα̤σα̤λά̤ απάν’ επιάσταν. (ζήτημα)