Ερμηνεία: με φόδρα
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Η ζιπούνα απαρλίν έν’.
Αρσενικό: Ενικός: απαρλής Πληθυντικός: απαρλήδες
Θηλυκό: Ενικός: απαρλήσα Πληθυντικός: απαρλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: απαρλίν Πληθυντικός: απαρλία
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους λόγω σημασιολογίας, ιδίως στο ουδέτερο γένος.