Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαπαπία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαπαπία Προφορά: χαπαπία
  1. φυτό πλατύφυλλο με ύψος 50 πόντους και περισσότερο και άνθη λευκοκίτρινα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Οντάν πονεί το δόντι σ', θέκον απάν' κοπανιγμένον σπόρον χαπαπίας.

  2. 1) κάψα βαλάνου 2) είδος φυτού 3) ο καρπός της μολόχας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια