χαντζιλούκ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. χαντζιλούκ' , 2. χαντζηλούκ
Προφορά: χαντζιλούκ
-
επάγγελμα του χαντζή (ξενοδόχος)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
το επάγγελμα του πανδοχέα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης