Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποφράζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποφράζω Προφορά: αποφράζω
  1. αποφράζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ἀποφράσσω

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εντώκεν, επέφραξεν το κεπίν. (χαλάω το φράχτη)
    2) Κρούω και αποφράζω σε. (σε χτυπώ δυνατά)

Παρατηρήσεις - Σχόλια