Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αποτσόφισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αποτσ̌όφισμαν Προφορά: αποτσόφισμαν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    καθάρισμα του αλωνιού από τα τσέφα̤

    Ιδίωμα:
    Παλλαδάντων

Παρατηρήσεις - Σχόλια