Προέλευση: από το στερητικό α και το τουρκικό πακλαεύω
Παράδειγμα: Το τσ̌αΐρ’ απακλάευτον έν’.
Αρσενικό: Ενικό: απακλάευτος Πληθυντικός: απακλάευτοι
Θηλυκό: Ενικό: απακλάευτος, απακλάευτέσα Πληθυντικός: απακλάευτοι
Ουδέτερο: Ενικό: απακλάευτον Πληθυντικός: απακλάευτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους και κυρίως στο ουδέτερο.